Ο “Χρήστος Ζερίτης” γράφει.

Η «ΚΟΥΛΑ»*

*Ο γράφων εξαρχής δηλώνει πως δεν υιοθετεί το περιεχόμενο των φωτογραφιών που συνοδεύουν το κείμενο. Επιλέχθηκαν όμως με βάση το είδος του κειμένου και σε παράλληλη πορεία με το οπαδικό κίνημα του χουλιγκανισμού το οποίο ουδέποτε κατεστάλη, και ούτε πρόκειται βέβαια. Ήταν ΑΕΚ ο Νονός μου ο Τάσος Φυλακτίδης. Πρόσφυγας στην Καλαμάτα και μάστορας της τσαγκαρικής που έμαθε την τέχνη μαζί του ο Πατέρας μου. Πολλές φορές μου έλεγε για την ομάδα της καρδιά του. Σαν όνειρο τον θυμάμαι και μάλλον Αεκάκι με είχε κάνει. Μετά όμως ήρθε ο Βασίλης ο Ρουμπόγλου, που δούλευε στο τσαγκάρικο του πατέρα μου, και μου έκανε μάθημα Παναθηναϊκοφροσύνης. Εκεί κατέληξα, στα οχτώ μου νομίζω. Αργότερα ο Αιμίλιος ο Νταουτάκης, τσαγκαράκι και αυτός, μας μίλαγε για την παλιά ΑΕΚ Καλαμάτας, όταν πηγαίναμε στο μαγαζάκι του να μας ράψει τις σκισμένες μπάλες με την εσωτερική φούσκα. Μάθημα Αεκοφροσύνης, για τους Δικέφαλους του Βυζαντίου, για την Πόλη, τις Χαμένες Πατρίδες, για τους καλαματιανούς ΑΕΚτζήδες που πετάγανε σπίθες στις δαντελένιες επιθέσεις τους, αλλά ήταν αργά για να αλλαξοπιστήσω. Μας έδειχνε, θυμάμαι, και κάτι ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Θάτανε το 1972 ή 1973. Πέρασε κάποιος μια μέρα, μπήκε μέσα, «γειά σου Μίμη» είπε ο Αιμίλιος, «τι κάνεις ρε Κούλα» του απάντησε ο άλλος. Γελάσανε κι οι δύο. «Κούλα», αναρωτήθηκα. Μετά από καιρό τόλμησα να τον ρωτήσω «Γιατί Κούλα μαστορά μου;». «Έτσι μας λένε εμάς τους ΑΕΚτζήδες», μου απάντησε. Και συνέχισε «έτσι πειράζουνε και τους Μικρασιάτες και Κωνσταντινουπολίτες». Δεν είπα τίποτα, και τι να ‘λεγα άραγε. Όταν δεν ήξερα το βούλωνα, από μικρός. Τα φοιτητικά χρόνια με διαμονή στου Γκύζη, ξημεροβραδιάζαμε στη Λεωφόρο με τον Τριαντάφυλλο. Από τη Θύρα 13 είδαμε και Δομάζο, Αντωνιάδη, Ελευθεράκη, Κωνσταντίνου και Μπόρα Τζόρτζεβιτς, αλλά και Παπαϊωάννου, Αρδίζογλου, Ραβούση, Σκρέκη και Τίμο Τσανλάϊτερ. Στη Θ13 μαθαίναμε τα πάντα εμείς τα επαρχιωτάκια. Στη Θ13 δεν ήταν μόνο νεολαίοι και φωνακλάδες αλλά μεγαλύτεροι, σοβαροί και πρόσβαροι που με τη σιωπή τους λέγανε πολλά. Για έναν από αυτούς, τον έδειχναν με το δάκτυλο τότε, κυρ-Τάκη νομίζω τον έλεγαν, είχε μαθευτεί πως ήταν αυτός που ξεκίνησε τους τσαμπουκάδες το 1930, μετά το οκτώμπαλο που ρίξαμε στους Γαύρους, που τους πλάκωσε καρεκλιές γιατί είχανε φέρει μαζί τους φέρετρο για πικάρισμα (τότε στη Λεωφόρο έβαζαν και καρέκλες, δεν είχε πολλές κερκίδες), και αργότερα το 1964 μπούκαρε πρώτος στον αγωνιστικό χώρο της Λεωφόρου και ξήλωσε τα δοκάρια, από αγανάκτηση για το θεωρηθέν ως στημένο ματς με τον Ολυμπιακό.

https://www.sportshistory.gr/athlitikes-istories-san…/

Σημειώσεις ημερολογίου του φοιτητή Χρήστου Ν. Ζερίτη (σε ελεύθερη μετάφραση):

Στις 14 Δεκεμβρίου 1975 είχα μαζέψει τα πράγματά μου να κατέβω στην Καλαμάτα για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Πήγα στη Λεωφόρο το μεσημέρι που παίζαμε με την ΑΕΚ. Έτυχε να κάτσω δίπλα, στα αριστερά του κυρ-Τάκη. Θάτανε τότενες 60 χρόνων βάλε, μαλλί αλατοπίπερο, μουστακάκι Ντούγκλας, ξούρα πενάτη, πατούμενο μυτερό τακουνάτο, σακάκι μαύρο, πουκάμισο άσπρο και παντελόνι τζογέ γκρίζο. Μπεγλέρι στο χέρι και μαγκούρα κερασέα ακουμπημένη δίπλα, στα δεξιά, που έπιανε ολόκληρη θέση. Αμίλητος, με κοίταξε κινινιασμένα, «είσαι της μυστικής;» με ρώτησε με το βλέμμα, έκανα το χαζόνε και έριξα τα μάτια μου στο γήπεδο. Οι ΑΕΚτζήδες απέναντι κάνανε μεγάλη αρβάλα και ο κυρ-Τάκης μουρμούρισε «κουφάλες Κούλες». Σαν μπήκανε οι ποδοσφαιριστές για προθέρμανση, οι δικοί μας πήγανε πρώτοι μπροστά από τη θύρα 7 και στείλανε τους ΑΕΚτζήδες μπροστά από τη 13. Ο κυρ-Τάκης, με το που είδε τον Σιδηρόπουλο (τερματοφύλακα της ΑΕΚ) να κάθεται στα δοκάρια, σηκώθηκε πήγε πίσω του και άρχισε να φωνάζει «Κούλες, Κούλες». Πήρε φωτιά η Θύρα13 και οι διπλανές και το σύνθημα «Κούλα», με συναφή σεξουαλικά που δεν γράφονται, συγκλόνιζε το γήπεδο. Ο κυρ-Τάκης αφού άναψε τη σπίθα γύρισε στη θέση του, δίπλα μου δηλαδή, (είχα σηκωθεί όρθιος και έβριζα μαζί με τους άλλους) και μου λέει : «κάτσε κάτω ρε μικρέ και κρατήσου για μετά». Έκατσα.

-Από που είσαι ρε;

-Καλαμάτα.

Με κοίταξε ερευνητικά.

-Πίνεις τίποτα;

-Όχι (μπάρμπα, ήθελα να πω, αλλά κρατήθηκα).

Σιωπή.

Παίρνω θάρρος.

-Γιατί τους λέμε «Κούλες»; Τόλμησα να ρωτήσω.

-Που—ς Κωνσταντινουπολίτικες, απάντησε κοφτά.

Σιωπή. Και μετά τίποτα. Βρισίδια και βλαστήμιες.(Έκανα την κουταμάρα και τον ακολούθησα και μόλις βγήκαμε έξω στο τέλος του αγώνα, -είχε ΄πεισόδια λόγω που εμείς ισοφαρίσαμε με γιαλαντζί χτυπημένο φάουλ-, πλακωθήκαμε με κάτι ΑΕΚτζήδες στη Δημητσάνας και με τουλουμιάσανε, γιατί μερικοί συνδεσμίτες δικοί μας με παρατήσανε βέρτζινο-πήγανε να τσαμπουκαλευτούνε στην Πανόρμου-, και οι άλλοι με βρήκανε σολαρία. Ήρθα στην Καλαμάτα κοψομεσιασμένος από τις κλωτσές που έφαγα). «Κούλα»=που—-ς Κωνσταντινουπολίτικες». Το κράτησα στο μυαλό μου. Το 1984 που δούλευα στην Εθνοκάρτα στην Καλλιθέα, πλατεία Δαβάκη, πηγαίναμε στο Κέντρο Μηχανογραφίας της Εθνικής στις Τζιτζιφιές. Με πήρε μια μέρα ο κυρ Κώστας, οδηγός της Εταιρίας να με πάει για δουλειά. Στο δρόμο με ρώτησε.

-Τι ομάδα είσαι;

Ντράπηκα λίγο διότι τον σεβόμουν ως ενήλικα 55άρη περίπου, καλό άνθρωπο και Πειραιώτη, πίστευα πως θάταν Ολυμπιακός. Είπα όμως με σεβασμό.

-Παναθηναϊκός.

Μου απαντάει.

-Εγώ σ΄ έκοβα για «Κούλα».

Βρήκα τον άνθρωπό μου. Εκεί έμαθα για την «Κούλα» από βέρο Πειραιώτη και σοβαρό άνθρωπο.

«Τους λέμε «Κούλες» διότι, όπως λένε οι παλιοί, όταν ήρθανε οι πρώτες προσφυγοπούλες από την Μικρασία και Κωνσταντινούπολη, ήταν αγαθιάρες. Κάποια φτωχοκόριτσα προσφυγάκια είχανε βγει στο μεροκάματο να ζήσουνε τις οικογένειές τους και πέσανε πάνω στα τζίνια της μαγκιάς της οδού Αθηνάς που τις βγάλανε στο δρόμο και τους έγιναν νταβάδες. Κάτι άλλα κοριτσάκια που πουλάγανε ρομαντικά λουλουδάκια στις πλατείες γίνανε αντικείμενο χαϊδεμάτων από τους παπιονάτους στις πλατείες. Φαίνεται πως κάποια Κούλα θάτανε φημισμένη. Κούλα λέμε την ΑΕΚ, και γιατί είναι η μόνη ομάδα με θηλυκό όνομα, σα να λέμε «εύκολη», «για χάιδεμα», «χαλαρής αντιστάσεως», αλλά και για πικάρισμα που τους ρίχνουμε φυσέκια, κάτι ξεγυρισμένες πεντάρες και εξάρες».

Αυτά θυμάμαι από τον κυρ-Κώστα και βέβαια ποτέ δεν χρησιμοποίησα την υβριστική αυτή λέξη ούτε στ’ αστεία σε φίλους μου Ενωσίτες. Με αφορμή των εγκαινίων του νέου γηπέδου της ΑΕΚ, θυμήθηκα τα παραπάνω αλλά και πως πριν από κάποια χρόνια είχα βρει στην αθηναϊκή εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ», στο φύλο της 25/5/1915 ένα χρονογράφημα με τίτλο «Η ΚΟΥΛΑ», με το οποίο ερμηνεύεται, πιστεύω, και το υποτιμητικό-υβριστικό παρωνύμιο-παρατσούκλι «Κούλα» που αποδίδεται στους ΑΕΚτζήδες. Βέβαια η ΑΕΚ ιδρύθηκε το 1924, αλλά πιστεύω πως ο χαρακτηρισμός «Κούλα» που υπήρχε, απονεμήθηκε στους ΑΕΚτζήδες σκωπτικά, μιας και τους πρόσφυγες οι γηγενείς «ελληναράδες» τους ειρωνεύονταν συστηματικά. Την ερμηνεία της «Κούλας» από το ΑΕΚούλα, δηλαδή μικρή ομαδούλα, δεν την βρίσκω πιθανή, αν και με τα παρατσούκλια των ομάδων τίποτε δεν αποκλείεται αλλά άντε βγάλε και άκρη. Όμως, πιστεύω πως η ερμηνεία που σήμερα καταθέτω είναι η πιθανότερη και για αυτό την καταθέτω ως συμβολή στην αναζήτηση της ρίζας δημιουργίας αθλητικών παρατσουκλιών. Με την βεβαιότητα πως κανείς φίλος ΑΕΚτζής δεν θα με παρεξηγήσει, καταθέτω το χρονογράφημα. Εξ άλλου ο σεβασμός μου για την ομάδα ΑΕΚ και τους καλούς φιλάθλους της, μεταξύ των οποίων και η θυγατέρα μου Αθηνά, είναι δεδομένος.

«Η ΚΟΥΛΑ

Η Κούλα είναι άνθος το οποίον εις στιγμήν τρικυμίας εξέφυγε από κάποιαν ήρεμον ακτήν της Μικράς Ασίας δια να ριφθή με το μειδίαμα εις τα χείλη εις το Αθηναϊκόν πεζοδρόμιον. Μέσα εις την ατυχίαν της όμως αυτήν είχε τύχην. Ο άνεμος που την έφερεν εδώ, αντί να την αφήση εις ένα συνοικιακόν καφφενείον, όπου θα έτρωγε πιθανώς γιακάδες τη συνοδεία φωνογράφου, την έρριψε εις τα Αθηναϊκά Δαρδανέλλια. Εις τα Δαρδανέλλια η Κούλα κατόρθωσε να αποκτήση συμπαθείας. Η πρώτη ατθίς η οποία εθώπευσε την χλωμήν της παρειάν την πρώτην ημέραν, έδωσε το παράγγελμα, η θωπεία έγινε του συρμού, η Κούλα χαϊδεύεται νυχθημερόν, και το μάγουλό της έγινε ροδοκόκκινον. Κατά το διάστημα αυτό ευφυεστέρα από την ηλικίαν της η Κούλα, εξαργυρώνει εις πεζότατον χρήμα τας εφημέρους θωπείας, και μετά την ανταλλαγήν των πρώτων μειδιαμάτων, σου κολλά εις την κομβιοδόχην ένα γαρύφαλλον, το οποίον έχει διατημήση η αθηναϊκή φιλανθρωπία από πενήντα λεπτών μέχρι μιας δεκάρας. Επί πλέον παπουτσάκια, κάλτσες, ποδιές, και άλλα πολλά ακόμη βρέχουν επί της ευτυχούς της κεφαλής. Τι θα απογείνη η Κούλα, το χαϊδεμένον παιδί των Αθηνών; -Θέλεις να γίνεις θεατρίνα; της είπα ένα μεσημέρι, προσπαθών να αποφύγω με την σοβαράν αυτήν συζήτησιν την προσφοράν του γαρυφάλλου.

-Όχι, θα παντρευτώ, να γίνω κυρία.

Προφανώς η Κούλα δεν έχει μελετήση την βαθυτάτην έννοιαν της «Αγράμπελης», των στίχων που έγραψεν ο Βαλαωρίτης εις κάποιαν που επέμενε να γίνη «κυρά».Έχει δύο ζωηρότατα μάτια, μέσα εις τα οποία λάμπει ελληνικωτάτη ευφυία, χείλη γλυκύτατα και ξανθά μαλλιά, τα οποία έχει κοκκινίση η θωπεία του αττικού ηλίου. Μαζί με τα ολίγα αυτά, που θα ημπορούσαν να κάμουν την ευτυχίαν της αριστοκράτιδος δεσποινίδος, έχει τόσον πνεύμα, ώστε να λαλή διαρκώς, και να δίδη μίαν εύκολον απάντησιν όταν ως χρυσαλλίς πετά εδώ κ’ εκεί, εις όλον το στρατόπεδον των ανθρώπων που υπερασπίζουν τα Στενά. Εν τούτοις η Κούλα μεγαλώνει. Η αθωότης που συνοδεύει τα οκτώ της χρόνια, είδα κάποτε να υποχωρή εις ένα ελαφρόν ερύθημα, όταν εις τα παιδικά της αυτιά έφθασε μία άκρη απηγορευμένης ομιλίας. Είναι κακός σύμβουλος το αθηναϊκόν πεζοδρόμιον. Χωρίς να φέρη εις την ράχιν του μόνον αμαρτωλούς, φέρει όμως την καθημερινήν ζωήν, με όλας τας κακίας, με όλους τους πειρασμούς, τους ρύπους και τας αθλιότητάς της. Τα καλτσάκια που προσφέρονται σήμερον πολύ φοβούμαι ότι θα προβιβασθούν αύριον εις κάλτσες, και η παρειά της Κούλας θα μάθη να μην ερυθριά εις την θωπείαν του διαβατικού φιλανθρώπου. Τα γαρύφαλλα που φέρει σήμερον φαιδρά η χαριτωμένη ελληνοπούλα, θα μαράνουν γρήγορα τα άνθη του νεανικού της προσώπου, και θα ευρεθή πάντοτε κάποιος πρόθυμος να την διδάξη ότι με μίαν δέσμην λουλουδιών δεν αγοράζεται τόσο εύκολα η ευζωία. Οι φιλάνθρωποι λοιπόν ας προχωρήσουν εις το έργον των. Αντί να την χαϊδεύουν όταν την ευρίσκουν την νύκτα εις τον αθηναϊκόν δρόμον, ας την κλείσουν εις ένα σχολείον. Εκεί, αν όχι τίποτε άλλο, θα μάθη να τους ευγνωμονή, και εκεί υπάρχουν πολύ ολιγώτεροι φόβοι μήπως εγκληματήση, η καϋμένη η Κούλα πριν … εγκλιματισθή. Γ. ΑΓ. ΒΛΑΧΟΣ*

*Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Βλάχος (1886-1951) υπήρξε σημαντική προσωπικότητα και ο ιδρυτής της εφημερίδος «Καθημερινή».»

Επίλογος

Η ΑΕΚ Καλαμάτας, που ιδρύθηκε το 1924, το 1931 είχε τους παρακάτω ως Διοικητικό Συμβούλιο. Και όπως γράφει στο φύλο της 1/8/1931 ο Ανδρέας Βουγιούκας, ανταποκριτής στην Καλαμάτα της αθηναϊκής εφημερίδος «Αθλητικός Τύπος».: «Το Διοικητικόν Συμβούλιον της Α.Ε.Κ. αποτελούσι πρόσωπα της καλλιτέρας τάξεως της πόλεώς μας και γνωστά δια τα φίλαθλα συναισθήματά των, όπως οι κ.κ. Ανάργυρος Δαμηλάτης, Καπνέμπορος, Αντώνιος Κουτσομητόπουλος, Φαρμακοποιός, Αντ. Σκούντζος. Αρ. Παλαμάρας, Ζοδράν, Θεοδ. Τριανταφύλλου, Θ. Μπαλίλης, Γεν. Αρχηγός, Β. Φιλιόπουλος και Θ. Τσίγκρης, Τραπεζικός…. Ενώ την παρελθούσαν περίοδον εις συναντήσεις της 1ης ομάδος έλαβον μέρος οι κάτωθι παίκτες : Κρητικός, Γεωργιάδης, Παυλίδης, Μποτέας, Μπουζάκης, Μπαλλίλης Π., Σαραντινόπουλος, Βρεττός, Μπαλλίλης Ι., Παπαευσταθίου, Νταουτάκης, Παπαζιάν, Καβούνης Ι, Καβούνης ΙΙ, Αναστασίου, Γεωργίου, Σκάμπας, Κούστας, Δημόπουλος, Πασχαλίδης, Σκουλιχίδης και Γεωργανάς. Η ομάς Βόλεϊ-Μπώλ αποτελούμενη εκ των Κρητικού, Μπασταφόλι, Παυλίδη, Καβούνη ΙΙ, Κούστα και Παπαζιάν κατέλαβε την τελευταίαν θέσιν κατά τους αγώνας του πρωταθλήματος…… τελευταίως όμως προσέλαβεν ικανούς παίκτας δια το τμήμα της αυτό, όπως τους Δ. Βαλκαφούκην, Σταμπολτζήν, Δημέαν, Ροζακέαν κλπ.».

“ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕΡΜΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΖΕΡΙΤΗ ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ !!!.”

Ευχαριστούμε θερμά τον Χρήστο Ζερίτη για όλο το υλικό !!!.
Spread the love

Γράψτε ένα σχόλιο